Μετάφραση του "Mostek" σε Ελληνικά

Οι Στέρνο, γέφυρα, στέρνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mostek" σε Ελληνικά.

Mostek noun masculine
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στέρνο

    twór chrzęstny lub kostny, położony w części brzusznej, spotykany u kręgowców z wyjątkiem ryb

    Mostek, obojczyki, prawdziwe żebra... Zostały zamienione na ich odpowiedniki z krzemowych nanowłókien.

    Το στέρνο του, οι κλείδες, πραγματικά πλευρά... όλα έχουν αλλαχτεί με νανοΐνες πυριτίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mostek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mostek noun masculine γραμματική

zdrobn. od: most [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέφυρα

    noun feminine

    stomat. rodzaj protezy zębowej [..]

    Ster i śruba będą na mostku, przy silniku.

    Τα πιο πολλά όργανα θα είναι στη γέφυρα, πίσω στη μηχανή, σε πηδάλιο και προπέλα.

  • στέρνο

    noun neuter

    anat. anatomia środkowa kość przedniej ściany klatki piersiowej; [..]

    Rany kłute widoczne na żebrach, mostku i obojczyku.

    Μαχαιριές εμφανείς στις πλευρές, στο στέρνο και την κλείδα.

  • γεφυράκι

    noun neuter

    zdrobn. od: most [..]

    Znasz ten mostek w lesie, gdzie chłopcy wędkują?

    Ξέρεις το γεφυράκι στο δάσος που τ'αγόρια πάνε για ψάρεμα;

  • καβαλάρης

    noun masculine

Εικόνες με "Mostek"

Φράσεις παρόμοιες με "Mostek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mostek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη