Μετάφραση του "Newa" σε Ελληνικά

Οι Νέβας, ποταμός Νέβας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Newa" σε Ελληνικά.

Newa noun feminine

geogr. hydrol. rzeka w europejskiej części Rosji, wypływająca z jeziora Ładoga i uchodząca do Zatoki Fińskiej;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νέβας

    noun
  • ποταμός Νέβας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Newa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Newa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη