Μετάφραση του "OPEC" σε Ελληνικά

Οι Οργανισμός εξαγωγών πετρελαιοπαραγωγών χωρών, ΟΠΕΚ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "OPEC" σε Ελληνικά.

OPEC noun masculine feminine

zrzesza eksporterów ropy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οργανισμός εξαγωγών πετρελαιοπαραγωγών χωρών

  • ΟΠΕΚ

    Jeżeli więc mamy problemy z OPEC, wdróżmy politykę konkurencji w ramach UE.

    Αν λοιπόν με τον ΟΠΕΚ έχουμε δυσκολίες, ας ασκήσουμε την πολιτική ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " OPEC " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "OPEC" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "OPEC" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη