Μετάφραση του "Piżama" σε Ελληνικά

Οι πιζάμες, πιτζάμα, μπιζάμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Piżama" σε Ελληνικά.

Piżama
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιζάμες

    20 minut temu leżałam w piżamie na kanapie oglądając " Płonące siodła ".

    Πριν 20 λεπτά ήμουν στον καναπέ με τις πιζάμες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Piżama " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

piżama noun feminine γραμματική

strój, który zakłada się, idąc spać;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιτζάμα

    noun feminine

    strój, który zakłada się, idąc spać;

    W każdym razie, piżama z długim rękawem i skarpetkami, ale nie zapominaj, jak ci się pocą stopy.

    Τέλος πάντων, ολόσωμη πιτζάμα αλλά μην ξεχάσεις πόσο ιδρώνουν τα πόδια σου.

  • μπιζάμα

    noun
  • μπιτζάμα

    noun
  • πιζάμα

    noun

    To dlatego, że byłyśmy tak zmęczone, że całkowicie zapomiałyśmy włożyć piżamy.

    Ήμασταν τόσο κουρασμένες που ξεχάσαμε να βάλουμε την πιζάμα.

Εικόνες με "Piżama"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Piżama" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη