Μετάφραση του "Serb" σε Ελληνικά

Οι Σέρβος, Σέρβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Serb" σε Ελληνικά.

Serb noun masculine γραμματική

człowiek narodowości serbskiej, mieszkaniec Serbii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σέρβος

    noun masculine

    człowiek narodowości serbskiej, mieszkaniec Serbii

    Kiedy wyjaśniłem, że może tu być martwy Serb, byli bardzo gościnni.

    Μόλις εξήγησα ότι μπορεί να είναι νεκρός ένας Σέρβος μέσα, ήταν εξυπηρετικότατοι.

  • Σέρβα

    proper feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Serb " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Serb" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη