Μετάφραση του "Spalanie" σε Ελληνικά

Οι Καύση, καύση, ανάφλεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spalanie" σε Ελληνικά.

Spalanie
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καύση

    Spalanie paliw w instalacjach o całkowitej mocy dostarczonej w paliwie wynoszącej 50 MW lub więcej

    Καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 50 MW ή μεγαλύτερη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spalanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

spalanie Noun noun neuter γραμματική

Spopielanie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καύση

    noun feminine

    Uzyskiwano ją z soli morskiej lub poprzez spalanie roślin o wysokim zasoleniu.

    Λαμβανόταν από τη θάλασσα ή με την καύση φυτών με μεγάλη αλατότητα.

  • ανάφλεξη

    noun feminine

    Okazało się, że naukowcy we wczesnych latach XX wieku odkrywali alternatywne sposoby dostępu do elektryczności bez spalania.

    Φαίνεται ότι οι επιστήμονες, ήδη από το 1900 ανέπτυσσαν εναλλακτικές μεθόδους πρόσβασης στον ηλεκτρισμό χωρίς ανάφλεξη.

Φράσεις παρόμοιες με "Spalanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spalanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη