Μετάφραση του "Taj" σε Ελληνικά

Οι ταϊλανδή, ταϊλανδός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Taj" σε Ελληνικά.

Taj noun masculine

członek ludu azjatyckiego, przedstawiciel narodowości tajskiej, zamieszkującej głównie Tajlandię [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταϊλανδή

  • ταϊλανδός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Taj " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Taj" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κρύβομαι · κρύβω
  • λιώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Taj" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη