Μετάφραση του "absolwent" σε Ελληνικά

Οι απόφοιτος, τελειόφοιτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absolwent" σε Ελληνικά.

absolwent noun masculine γραμματική

osoba, która ukończyła szkołę, uczelnię, kurs;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφοιτος

    adjective masculine

    osoba, która ukończyła szkołę, uczelnię; [..]

    Pracownik banku, który zatwierdził kredyt jest absolwentem Western U.

    Ο τραπεζίτης που ενέκρινε το δάνειο είναι απόφοιτος του Γουέστερν.

  • τελειόφοιτος

    masculine

    osoba, która ukończyła szkołę, uczelnię, kurs;

    Kolejnym absolwentem jest nadzwyczajny młody człowiek...

    Ο μελλοντικός τελειόφοιτος και εξαιρετικός νέος...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " absolwent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Absolwent

Absolwent (film)

+ Προσθήκη

"Absolwent" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Absolwent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "absolwent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη