Μετάφραση του "adduktor" σε Ελληνικά

Οι προσαγωγός, προσαγωγός μυς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adduktor" σε Ελληνικά.

adduktor Noun noun masculine γραμματική

anat. mięsień przywodzący kończynę do osi ciała;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαγωγός

    noun
  • προσαγωγός μυς

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adduktor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adduktor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη