Μετάφραση του "adiutant" σε Ελληνικά

Το υπασπιστής είναι η μετάφραση του "adiutant" σε Ελληνικά.

adiutant noun masculine γραμματική

wojsk. żołnierz asystujący dowódcy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπασπιστής

    noun masculine

    Byłem adiutantem jej ojca, gdy miała siedem lat.

    Ήμουν υπασπιστής του πατέρα της το 1892, όταν εκείνη ήταν επτά ετών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adiutant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adiutant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη