Μετάφραση του "adolescencja" σε Ελληνικά

Οι εφηβεία, εφηβική ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adolescencja" σε Ελληνικά.

adolescencja Noun noun feminine γραμματική

wiek młodzieńczy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφηβεία

    noun feminine

    naszej coraz bardziej niepewnej technologicznej adolescencji?

    την όλο και πιο αβέβαιη τεχνολογική εφηβεία που διανύουμε;

  • εφηβική ηλικία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adolescencja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adolescencja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη