Μετάφραση του "adorator" σε Ελληνικά

Οι εραστής, θαυμαστής, λάτρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adorator" σε Ελληνικά.

adorator Noun noun masculine γραμματική

mężczyzna zabiegający o względy kobiety

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εραστής

    noun masculine

    mężczyzna zabiegający o względy kobiety [..]

  • θαυμαστής

    noun masculine

    Jeśli to Lovell był jej adoratorem i znajdziemy, kto mu ją sprzedał...

    Εάν ο Λοβέλ ήταν ο κρυφός θαυμαστής και μπορέσουμε να βρούμε ποιος του το πούλησε...

  • λάτρης

    noun masculine

    wielbiciel

    Lubisz jej adoratora, panie?

    Είστε λάτρης του μνηστήρα της, ο Κύριος;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adorator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adorator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη