Μετάφραση του "adresatka" σε Ελληνικά
Οι αποδέκτης, παραλήπτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adresatka" σε Ελληνικά.
adresatka
Noun
noun
feminine
γραμματική
kobieta, do której coś jest adresowane [..]
-
αποδέκτης
noun masculineZgodnie z tym poglądem spółka jest jedyną bezpośrednią adresatką zasady równego traktowania w prawie spółek(88).
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η εταιρία είναι ο μόνος άμεσος αποδέκτης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του εταιρικού δικαίου (88).
-
παραλήπτης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adresatka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη