Μετάφραση του "aerosol" σε Ελληνικά

Το ατμοσφαιρικό αερόλυμα είναι η μετάφραση του "aerosol" σε Ελληνικά.

aerosol Noun noun masculine γραμματική

układ rozproszony, w którym ośrodkiem rozpraszającym (dyspersyjnym) jest gaz, a fazą rozproszoną ciecz lub ciało stałe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατμοσφαιρικό αερόλυμα

    układ rozproszony, w którym ośrodkiem rozpraszającym (dyspersyjnym) jest gaz, a fazą rozproszoną ciecz lub ciało stałe

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aerosol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aerosol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη