Μετάφραση του "afiks" σε Ελληνικά

Οι πρόσφυμα, προσθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afiks" σε Ελληνικά.

afiks noun masculine γραμματική

gram. morfem będący częścią składową wyrazu, różny od rdzenia, zrostek; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσφυμα

    noun neuter

    gram. morfem będący częścią składową wyrazu, różny od rdzenia, zrostek; [..]

  • προσθήκη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afiks " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afiks" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη