Μετάφραση του "alanina" σε Ελληνικά

Το αλανίνη είναι η μετάφραση του "alanina" σε Ελληνικά.

alanina noun feminine γραμματική

biol. organiczny związek chemiczny, jeden z dwudziestu podstawowych aminokwasów białkowych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλανίνη

    noun feminine

    Proszek: alanina mannitol disodu fosforan dwunastowodny disodu fosforan dwuwodny sodu diwodorofosforan dwuwodny

    Κόνις: αλανίνη μαννιτόλη δωδεκαϋδρικό φωσφορικό δινάτριο άλας διυδρικό φωσφορικό δινάτριο άλας διυδρικό δισόξινο φωσφορικό νάτριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alanina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alanina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη