Μετάφραση του "albinizm" σε Ελληνικά

Οι αλφισμός, Αλφισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "albinizm" σε Ελληνικά.

albinizm noun masculine γραμματική

med. wet. wrodzony brak barwnika skóry, włosów u ludzi i zwierząt; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλφισμός

    noun masculine

    Duży niedobór lub całkowity brak określonych białek prowadzi do takich schorzeń jak albinizm czy hemofilia.

    Η σοβαρή έλλειψη ή η απουσία ορισμένων πρωτεϊνών οδηγεί σε διαταραχές όπως ο αλφισμός και η αιμοφιλία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " albinizm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Albinizm
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλφισμός

    Albinizm może także powodować różne problemy ze wzrokiem.

    Ο αλφισμός μπορεί επίσης να επηρεάσει τα μάτια με διάφορους τρόπους.

Εικόνες με "albinizm"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "albinizm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη