Μετάφραση του "amfibia" σε Ελληνικά
Το αμφίβιο είναι η μετάφραση του "amfibia" σε Ελληνικά.
amfibia
Noun
noun
feminine
γραμματική
mot. pojazd lądowo-wodny, stosowany głównie przez wojsko lub służby ratownicze [..]
-
αμφίβιο
noun neuterLot szkolny można odbyć na samolocie jednosilnikowym tłokowym, wodnosamolocie lub amfibii.
Αυτή η πτητική εκπαίδευση μπορεί να συμπληρωθεί σε μονοκινητήριο αεροπλάνο με εμβολοφόρο κινητήρα, υδροπλάνο ή αμφίβιο αεροπλάνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amfibia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "amfibia"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη