Μετάφραση του "amina" σε Ελληνικά

Οι αμίνη, αμινοαλκάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amina" σε Ελληνικά.

amina noun feminine γραμματική

pochodna amoniaku [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμίνη

    noun

    emulsje kationowe lub „kwaśne” na bazie amin alifatycznych lub czwartorzędowego jonu amonowego.

    τα κατιοντικά ή «όξινα» γαλακτώματα, με βάση αλειφατική αμίνη ή τεταρτογενές ιόν του αμμωνίου.

  • αμινοαλκάνιο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amina" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη