Μετάφραση του "amputacja" σε Ελληνικά
Οι ακρωτηριασμός, Ακρωτηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amputacja" σε Ελληνικά.
amputacja
Noun
noun
feminine
γραμματική
med. operacyjne lub wypadkowe usunięcie części lub całego narządu, zwykle kończyny; [..]
-
ακρωτηριασμός
noun masculinemed. medycyna, medyczny operacyjne usunięcie części lub całego narządu, zwykle kończyny; [..]
Ponadto wyrażał zgodę na kary cielesne, takie jak amputacje czy wypalenie skazanym oczu kwasem.
Επέτρεψε επίσης καταδίκες σε σωματικές τιμωρίες όπως ο ακρωτηριασμός και η ρίψη οξέων στα μάτια καταδίκων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amputacja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Amputacja
-
Ακρωτηριασμός
Amputacja poszczególnych członków ciała, możliwe tego samego dnia.
Ακρωτηριασμός συγκεκριμένων δακτύλων... πιθανόν την ίδια μέρα ή σε συνεχόμενες μέρες.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη