Μετάφραση του "analgetyk" σε Ελληνικά

Οι αναλγητικό, αναλγητικά, παυσίπονο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "analgetyk" σε Ελληνικά.

analgetyk Noun noun masculine γραμματική

farm. środek przeciwbólowy, lek przeciwbólowy;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλγητικό

    noun neuter

    Publikowane wyniki badań u dorosłych sugerują, że ketobemidon (analgetyk) może powodować wzrost stężenia busulfanu w surowicy

    Οι δημοσιευμένες μελέτες σε ενήλικες περιγράφουν ότι η κετοβεμιδόνη(αναλγητικό) μπορεί να σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμα

  • αναλγητικά

    adjective

    Należy on do grupy leków określanych mianem „ analgetyków ” lub „ leków przeciwbólowych ”

    Πρόκειται για μία ουσία που ανήκει σε μία ομάδα φαρμάκων, που ονομάζονται αναλγητικά ή ‘ παυσίπονα ’

  • παυσίπονο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " analgetyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Analgetyk
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλγητικό

    noun

    Publikowane wyniki badań u dorosłych sugerują, że ketobemidon (analgetyk) może powodować wzrost stężenia busulfanu w surowicy

    Οι δημοσιευμένες μελέτες σε ενήλικες περιγράφουν ότι η κετοβεμιδόνη(αναλγητικό) μπορεί να σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμα

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "analgetyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη