Μετάφραση του "antropolog" σε Ελληνικά

Το ανθρωπολόγος είναι η μετάφραση του "antropolog" σε Ελληνικά.

antropolog noun masculine γραμματική

antrop. biol. badacz rozwoju i zróżnicowania jednostek ludzkich, gatunku ludzkiego oraz ludzkich społeczności;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθρωπολόγος

    noun

    Z punktu widzenia antropologa, chodzenie uczyniło nas ludźmi.

    Ξέρετε, μιλώντας ως ανθρωπολόγος, το περπάτημα μας έκανε ανθρώπους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antropolog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antropolog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη