Μετάφραση του "areometr" σε Ελληνικά

Οι αραιόμετρο, πυκνόμετρο, Αραιόμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "areometr" σε Ελληνικά.

areometr Noun noun masculine γραμματική

fiz. techn. przyrząd do pomiaru gęstości cieczy

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αραιόμετρο

    noun

    Wlać 250 ml próbki, przygotowanej jak w ppkt 5.1.1.3, do cylindra miarowego i włożyć do niego termometr i areometr.

    Sτον κύλινδρο του σημείου 5.1.1.3, φέρονται 250 ml δείγματος προετοιμασθέντος προς εξέταση και εισάγεται το αραιόμετρο και το θερμόμετρο.

  • πυκνόμετρο

    noun

    Areometr powinien być kontrolowany metodą piknometryczną, stosując piknometr o pojemności około 100 ml, wyposażony w termometr o wysokiej dokładności.

    Το υδρόμετρο πρέπει να ελέγχεται με την πυκνομετρική μέθοδο, χρησιμοποιώντας πυκνόμετρο χωρητικότητας περίπου 100 ml εφοδιασμένο με θερμόμετρο ακριβείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " areometr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Areometr
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αραιόμετρο

    urządzenie służące do mierzenia gęstości cieczy

    Wlać 250 ml próbki, przygotowanej jak w ppkt 5.1.1.3, do cylindra miarowego i włożyć do niego termometr i areometr.

    Sτον κύλινδρο του σημείου 5.1.1.3, φέρονται 250 ml δείγματος προετοιμασθέντος προς εξέταση και εισάγεται το αραιόμετρο και το θερμόμετρο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "areometr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη