Μετάφραση του "argumentacja" σε Ελληνικά

Το επιχειρηματολογία είναι η μετάφραση του "argumentacja" σε Ελληνικά.

argumentacja Noun noun feminine γραμματική

uzasadnianie za pomocą argumentów

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιχειρηματολογία

    noun

    Krytyka ta nie dotyczy niniejszej sprawy, w której przedstawiono ponadto odmienną linię argumentacji.

    Οι επικρίσεις αυτές δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπου αναπτύχθηκε επιπροσθέτως και διαφορετική επιχειρηματολογία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " argumentacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "argumentacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη