Μετάφραση του "asfalt" σε Ελληνικά

Οι άσφαλτος, πίσσα, αράπης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asfalt" σε Ελληνικά.

asfalt noun masculine γραμματική

techn. półpłynny lub stały materiał pochodzenia naturalnego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσφαλτος

    noun feminine

    techn. półpłynny lub stały materiał pochodzenia naturalnego; [..]

    Naturalny asfalt występuje w dwóch postaciach — stałej i ciekłej.

    Η φυσική άσφαλτος έχει δύο μορφές—υγρή και στερεή.

  • πίσσα

    noun feminine

    W kolumnie „Postać po unieszkodliwieniu” należy podać aktualną postać odpadów po unieszkodliwieniu, np. szkło, ceramika, cement lub asfalt.

    Η στήλη «συσκευασμένη μορφή» να παρουσιάζει την τρέχουσα συσκευασμένη μορφή των αποβλήτων, π.χ. ύαλος, κεραμικό, τσιμέντο ή πίσσα.

  • αράπης

    noun masculine
  • αραπίνα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asfalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asfalt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asfalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη