Μετάφραση του "asortyment" σε Ελληνικά

Οι ποικιλία, ποτ-πουρί, ποτπουρί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asortyment" σε Ελληνικά.

asortyment Noun noun masculine γραμματική

hand. wybór towarów lub usług, który jest proponowany klientom; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποικιλία

    noun

    Zabójca miał interesujący asortyment broni, jednak każda z nich okazała się użyteczna.

    Και την υλοποίηση μιας ενδιαφέρουσας ποικιλίας όπλων, αλλά γενικά ότι έρχεται πιο χρήσιμο.

  • ποτ-πουρί

    noun
  • ποτπουρί

    noun
  • συλλογή

    noun feminine

    Pudełka, torby, portfele i zestawy piśmienne, z papieru lub tektury, zawierające asortyment piśmiennych artykułów papierniczych

    Κουτιά, θήκες και παρόμοιες μορφές από χαρτί ή χαρτόνι, που περιέχουν συλλογή ειδών αλληλογραφίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asortyment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asortyment"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asortyment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη