Μετάφραση του "astmatyk" σε Ελληνικά

Το ασθματικός είναι η μετάφραση του "astmatyk" σε Ελληνικά.

astmatyk Noun noun masculine γραμματική

med. człowiek cierpiący na astmę

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασθματικός

    adjective masculine

    med. człowiek cierpiący na astmę [..]

    A rodzice pomysleli, ze jestem astmatykiem.

    Και οι γονείς μου, νόμιζαν ότι ήμουν ασθματικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astmatyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astmatyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη