Μετάφραση του "asumpt" σε Ελληνικά

Το ενθάρρυνση είναι η μετάφραση του "asumpt" σε Ελληνικά.

asumpt Noun noun masculine γραμματική

powód lub zachęta do zrobienia czegoś

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενθάρρυνση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asumpt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asumpt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη