Μετάφραση του "asystent" σε Ελληνικά

Οι βοηθός, επίκουρος καθηγητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asystent" σε Ελληνικά.

asystent Noun noun masculine γραμματική

osoba pomagająca specjaliście przy wykonywanej przez niego pracy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    noun m;f

    Przy zawieraniu przez akredytowanego asystenta parlamentarnego nowej umowy podejmuje się nową decyzję w sprawie jego grupy zaszeregowania.

    Όταν ο διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός συνάπτει νέα σύμβαση, λαμβάνεται νέα απόφαση για τη βαθμολογική του κατάταξη.

  • επίκουρος καθηγητής

    stanowisko na uczelni

    Zostałem asystentem w Katedrze Zoologii Uniwersytetu Indiana.

    'Εγινα επίκουρος καθηγητής της ζωολογίας εδώ, στην Ιντιάνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asystent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asystent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asystent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη