Μετάφραση του "atak" σε Ελληνικά
Οι επίθεση, έφοδος, προσβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atak" σε Ελληνικά.
atak
noun
masculine
γραμματική
wojsk. działanie zaczepne przeciw wrogowi [..]
-
επίθεση
noun femininesport. grupa zawodników wyznaczona do ataku [..]
Gdy ustaną ataki moździerzowe, a Rosjanie opuszczą region.
Εάν υπάρξει κατάπαυση επιθέσεων ολμοβόλων και εάν οι Ρώσοι φύγουν.
-
έφοδος
noun feminineTo trzeci atak na kampusie w ciągu 2 tygodni.
Αυτή είναι η 3η έφοδος στο πανεπιστήμιο μέσα σε 2 εβδομάδες.
-
προσβολή
noun feminineByć może to wylew krwi do mózgu albo atak serca.
Ίσως έχει εγκεφαλική αιμορραγία ή έπαθε καρδιακή προσβολή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κρίση
- αγώνας
- ανάκρουση
- πρόσβαση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " atak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "atak"
Φράσεις παρόμοιες με "atak" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίθεση land
-
επίθεση καρχαρία
-
απομακρυσμένη επίθεση
-
Timing Attack
-
επίθεση με χρήση λεξικού
-
επίθεση με προσθήκη κακόβουλου κώδικα δέσμης ενεργειών
-
τοπική επίθεση
-
τρομοκρατική επίθεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη