Μετάφραση του "ateizm" σε Ελληνικά

Οι αθεϊσμός, αθεΐα, αθεϊα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ateizm" σε Ελληνικά.

ateizm noun masculine γραμματική

filoz. pogląd w jednoznaczny sposób odrzucający wiarę w istnienie Boga lub bogów;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθεϊσμός

    noun masculine

    odrzucenie teizmu lub pogląd bądź doktryna głosząca, że bogowie nie istnieją [..]

    Powiedział, że jednym z winowajców jest „agresywny, naukowy i głuchy na dźwięki melodii wiary ateizm”2.

    Δήλωσε ότι ένας ένοχος είναι «ο επιθετικός επιστημονικός αθεϊσμός αισθητικώς άμουσος με τη μουσική τής πίστεως»2.

  • αθεΐα

    noun feminine
  • αθεϊα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ateizm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ateizm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη