Μετάφραση του "atrybut" σε Ελληνικά

Οι ιδιότητα, χαρακτηριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atrybut" σε Ελληνικά.

atrybut noun masculine γραμματική

rzecz lub cecha typowa dla czegoś lub kogoś [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιότητα

    noun feminine

    1) opisowa informacja (cecha) charakteryzująca jednostkę przyrodniczą, obiek; 2) cecha opisująca encję (najmniejsza jednostka przyrodnicza) w relacyjnej bazie danych, odpowiada polu w rekordzie tablicy

    Hektometr odcinka toru wodnego (5 cyfr), w bazie danych traktowany jako atrybut numeru odcinka toru wodnego

    Εκατομετρικά σημεία τμήματος διαύλου ναυσιπλοΐας (5 ψηφία), στη βάση δεδομένων αντιμετωπίζεται ως ιδιότητα του αριθμού τομέα διαύλου

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    1) opisowa informacja (cecha) charakteryzująca jednostkę przyrodniczą, obiek; 2) cecha opisująca encję (najmniejsza jednostka przyrodnicza) w relacyjnej bazie danych, odpowiada polu w rekordzie tablicy

    Poniższe sekcje szczegółowo objaśniają atrybuty związane z wymianą danych.

    Στα τμήματα που ακολουθούν ερμηνεύονται λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνδέονται με τα ανταλλασσόμενα δεδομένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atrybut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "atrybut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atrybut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη