Μετάφραση του "aukcja" σε Ελληνικά

Οι πλειστηριασμός, δημοπρασία, πώληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aukcja" σε Ελληνικά.

aukcja noun feminine γραμματική

sprzedaż przedmiotów, podczas której kupujący licytują cenę, aukcję wygrywa osoba, która przedstawiła najwyższą ofertę; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλειστηριασμός

    noun masculine

    sprzedaż przedmiotów, podczas której kupujący licytują cenę, aukcję wygrywa osoba, która przedstawiła najwyższą ofertę;

    W przypadku renomowanego emitenta preferowanym rozwiązaniem jest sprzedaż emisji w drodze aukcji.

    Για τους καθιερωμένους εκδότες η προτιμώμενη εναλλακτική επιλογή για την έκδοση θα είναι ο πλειστηριασμός.

  • δημοπρασία

    noun feminine

    Podmiot zamawiający, który podejmuje decyzję o przeprowadzeniu aukcji elektronicznej, podaje tę informację w ogłoszeniu o zamiarze udzielenia zamówienia.

    Ο αναθέτων φορέας που αποφασίζει να διενεργήσει ηλεκτρονική δημοπρασία αναφέρει το στοιχείο αυτό στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης.

  • πώληση

    noun feminine

    Dopasujmy przedmioty aukcji do ludzi, którzy mogą je kupić.

    Ας ταιριάξουμε ό, τι έχουν προς πώληση με πιθανούς αγοραστές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aukcja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aukcja"

Φράσεις παρόμοιες με "aukcja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aukcja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη