Μετάφραση του "aureola" σε Ελληνικά

Οι φωτοστέφανο, Άλως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aureola" σε Ελληνικά.

aureola noun Noun feminine γραμματική

obwódka, zazwyczaj złotego koloru, na obrazach i rzeźbach o tematyce religijnej, otaczająca głowy świętych [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτοστέφανο

    noun neuter

    Nic nie przyprawia aureoli tak szybko, jak śmierć.

    Τίποτα δεν φωτίζει ένα φωτοστέφανο γρηγορότερα από έναν θάνατο, Μάθιου.

  • Άλως

    świetlisty owal wokół głowy świętych

    I możecie zobaczyć jak aureola przepływu krwi

    Βλέπουμε ότι η άλως της ροής αίματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aureola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aureola"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aureola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη