Μετάφραση του "autokar" σε Ελληνικά

Οι λεωφορείο, πούλμαν, υπεραστικό λεωφορείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autokar" σε Ελληνικά.

autokar noun masculine γραμματική

mot. autobus przeznaczony do długich podróży

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεωφορείο

    noun neuter

    Stary, nie możesz nie wpuścić mnie do autokaru dlatego, że nie lubisz naszego reportażu.

    Μεγάλε, δε μπορείς να με κρατήσεις μακριά από το λεωφορείο επειδή απλά δεν σου αρέσει το ρεπορτάζ μας.

  • πούλμαν

    noun neuter

    autobus z większością miejsc do siedzenia, przeznaczony do długich podróży

    Część dziewczyn z białymi szalikami stało obok bahrańskiego autokaru.

    Κάποιες γυναίκες με άσπρα κασκόλ, στάθηκαν κοντά στο πούλμαν του Μπαχρέιν.

  • υπεραστικό λεωφορείο

    neuter

    — Transport osób i grup osób oraz bagażu autokarem, taksówką oraz wynajętym samochodem z kierowcą.

    — Μεταφορές ατόμων και ομάδων ατόμων και αποσκευών αστικό λεωφορείο, υπεραστικό λεωφορείο (πούλμαν), ταξί και ενοικιασμένο αυτοκίνητο με οδηγό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autokar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Autokar
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πούλμαν

    Operatorzy autobusowi i autokarowi powinni ponosić odpowiedzialność za utratę bagażu, który faktycznie został im powierzony.

    Οι μεταφορικές επιχειρήσεις λεωφορείων και πούλμαν θα πρέπει να φέρουν ευθύνη για την απώλεια αποσκευών που τους παραδίδονται.

Εικόνες με "autokar"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autokar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη