Μετάφραση του "automat" σε Ελληνικά

Οι αυτόματο, κερματοδέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "automat" σε Ελληνικά.

automat noun masculine γραμματική

maszyna wykonująca pracę bez udziału człowieka; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτόματο

    noun neuter

    Mój brat ma pełny automat przy głowie twojej żonki.

    Ο αδελφός μου έχει ένα αυτόματο στο κεφάλι της γυναίκας σου.

  • κερματοδέκτης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " automat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "automat"

Φράσεις παρόμοιες με "automat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "automat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη