Μετάφραση του "azotek" σε Ελληνικά

Το νιτρίδιο είναι η μετάφραση του "azotek" σε Ελληνικά.

azotek Noun noun masculine γραμματική

pochodna amoniaku [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νιτρίδιο

    noun neuter

    Są powlekane węglikiem, azotkiem lub borkiem tantalu lub jakąkolwiek ich kombinacją.

    Επίχρισμα με καρβίδιο, νιτρίδιο, ή βορίδιο του τανταλίου ή οποιοδήποτε συνδυασμό αυτών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " azotek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "azotek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη