Μετάφραση του "azyl" σε Ελληνικά

Οι άσυλο, ασυλία, καταφύγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "azyl" σε Ελληνικά.

azyl noun masculine γραμματική

miejsce ucieczki, bezpieczne schronienie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσυλο

    noun neuter

    schronienie udzielane przez państwo osobie prześladowanej przez własny kraj ze względów politycznych; [..]

    Celem niniejszej dyrektywy jest ustanowienie minimalnych norm dotyczących przyjmowania osób ubiegających się o azyl w państwach członkowskich.

    Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση ελάχιστων προτύπων για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη.

  • ασυλία

    Chiny odpowiedziały na azyl Fenga dokładnie tak, jak przewidywałam.

    Η Κίνα αντέδρασε στην ασυλία του Φενγκ ακριβώς όπως είχα προβλέψει.

  • καταφύγιο

    noun neuter

    Przynajmniej w domu znajdę azyl od tej całej litości.

    Τουλάχιστον βρήκα καταφύγιο απο όλα αυτά στο σπίτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " azyl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Azyl
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πολιτικό άσυλο

    pojęcie prawne

    Asilo politico (Azyl polityczny)

    Asilo politico (Πολιτικό άσυλο)

Φράσεις παρόμοιες με "azyl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "azyl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη