Μετάφραση του "bagnet" σε Ελληνικά

Οι λόγχη, μπαγιονέτα, ξιφολόγχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bagnet" σε Ελληνικά.

bagnet noun masculine γραμματική

wojsk. rodzaj noża zakładany na lufę karabinu umożliwiający użycie go do walki wręcz; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγχη

    noun feminine

    wojsk. rodzaj noża zakładany na lufę karabinu umożliwiający użycie go do walki wręcz; [..]

    Dostał bagnetem w płuco

    Μου έσωσε τη ζωή. `Εφαγε λόγχη στα πνευμόνια

  • μπαγιονέτα

    noun feminine

    wojsk. rodzaj noża zakładany na lufę karabinu umożliwiający użycie go do walki wręcz; [..]

    Łap się za bagnet i pomóż Williamsowi.

    Πάρε τη μπαγιονέτα και βοήθησε τον Ουίλλιαμς.

  • ξιφολόγχη

    noun feminine

    Gorsze od śmierci poprzez zadźganie bagnetem, jest taka śmierć, gdy jesteś wciąż prawiczkiem.

    Κακό να σε σφάξουν με ξιφολόγχη και χειρότερο να σε σφάξουν ενώ είσαι ακόμα παρθένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bagnet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bagnet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bagnet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη