Μετάφραση του "bajt" σε Ελληνικά

Οι δυφιοοκτάδα, δυφιοσυλλαβή, μπάιτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bajt" σε Ελληνικά.

bajt noun masculine γραμματική

inform. jednostka pamięci komputerowej równa 8 bitom; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυφιοοκτάδα

    noun
  • δυφιοσυλλαβή

    noun

    Przypadek 2 lub 4 (parzysty bajt INS) z szyfrowaniem

    Περίπτωση 2 ή 4 (άρτια δυφιοσυλλαβή INS) με κρυπτογράφηση

  • μπάιτ

    noun

    Gdzie prawdziwe kontakty międzyludzkie i rozmowa są zastępowane przez bity, bajty i logarytmy.

    Όπου η πραγματική ανθρώπινη επαφή κι οι συνομιλίες, αντικαθίστανται από μπιτ, μπάιτ και λογάριθμους.

  • Byte

    Το byte (μπάιτ) (συμβολίζεται με B) είναι μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, εμφανιζόμενη συνήθως στα διάφορα επίπεδα της ιεραρχίας μνήμης τους. Ένα byte ισοδυναμεί με 8 bit.

    Jest to jednobajtowe pole umiejscowione na szóstym bajcie rekordu.

    Ο τύπος αποτύπωσης είναι πεδίο ενός byte που καταλαμβάνει το έκτο byte της εγγραφής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bajt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bajt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bajt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη