Μετάφραση του "balwierz" σε Ελληνικά

Οι κουρέας, Μπαρμπέρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "balwierz" σε Ελληνικά.

balwierz Noun noun masculine γραμματική

daw. fryzjer zajmujący się także m.in. rwaniem zębów i wykonujący zabiegi felczerskie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέας

    noun masculine

    O królewskim balwierzu i kucharzu.

    Τον κουρέα του βασιλιά και τον βασιλικό μάγειρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " balwierz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Balwierz
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπαρμπέρης

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "balwierz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη