Μετάφραση του "bark" σε Ελληνικά

Το ώμος είναι η μετάφραση του "bark" σε Ελληνικά.

bark noun masculine γραμματική

anat. część ciała w miejscu połączenia ręki lub (u zwierząt) kończyny przedniej z tułowiem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώμος

    noun masculine

    anat. anatomia część ciała w miejscu połączenia ręki lub (u zwierząt) kończyny przedniej z tułowiem; barki górna część pleców; [..]

    Na prześwietleniu wygląda to jakbyś wykręcił sobie bark.

    Στην ακτινογραφία θα είναι λες και εξαρθρώθηκε ο ώμος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bark " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bark"

Φράσεις παρόμοιες με "bark" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάρκα · μαούνα · φορτηγίδα
  • φορτηγίδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bark" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη