Μετάφραση του "bezprawie" σε Ελληνικά
Οι αναρχία, ανομία, παράνομη (άδικη) πράξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezprawie" σε Ελληνικά.
polit. stan, w którym nie są ustanowione lub przestrzegane normy prawne [..]
-
αναρχία
noun feminineNie tak dawno byłaś gotowa na to, by zaprzestać bezprawia w tym miejscu.
Δεν πέρασε πολύς καιρός που ήσουν έτοιμη να διασκορπίσεις αναρχία σε αυτό το μέρος.
-
ανομία
noun femininePokazuje ona, w jakim stopniu bezprawie zakorzeniło się w niektórych częściach Filipin.
Αποκαλύπτει το μέγεθος στο οποίο η ανομία έχει ριζώσει σε κάποια μέρη των Φιλιππίνων.
-
παράνομη (άδικη) πράξη
Działanie przeciwne prawu naturalnemu lub stanowionemu.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bezprawie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bezprawie (film)
"Bezprawie" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bezprawie στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.