Μετάφραση του "blokowanie" σε Ελληνικά

Οι κλείσιμο, φράξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blokowanie" σε Ελληνικά.

blokowanie Noun noun γραμματική

rzecz. odczas. od: blokowaćKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλείσιμο

    noun

    Wymogi dotyczące drzwi i włazów do załadunku towarów, ich zamykania i blokowania.

    Απαιτήσεις σχετικά με τις θύρες και τις καταπακτές φόρτωσης εμπορευμάτων, κλείσιμο και μανδάλωσή τους.

  • φράξιμο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blokowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blokowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blokowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη