Μετάφραση του "bogobojny" σε Ελληνικά
Οι ευσεβής, θεοσεβής, θεοφοβούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bogobojny" σε Ελληνικά.
bogobojny
Adjective
adjective
γραμματική
rel. książk. bojący się gniewu boga lub bóstw [..]
-
ευσεβής
adjective masculine -
θεοσεβής
adjectiveGdy Maria poczęła syna, była zaręczona z bogobojnym Józefem.
Ο θεοσεβής Ιωσήφ ήταν αρραβωνιασμένος με τη Μαρία όταν εκείνη συνέλαβε.
-
θεοφοβούμενος
adjective masculineNahum, widziałam, jak twój ojciec zmienił się z prawego, bogobojnego mężczyzny w staruszka opętanego przez diabła.
Είδα τον πατέρα σου να αλλάζει από θεοφοβούμενος άνθρωπος σ'έναν δαιμονισμένο γέρο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bogobojny " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη