Μετάφραση του "bohema" σε Ελληνικά

Οι μποέμ, Μποέμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bohema" σε Ελληνικά.

bohema Noun noun feminine γραμματική

środowisko artystów prowadzących swobodny, ekscentryczny tryb życia; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποέμ

    Te udawane dzieci bohemy nie mają pojęcia o biernym oporze.

    Αυτές οι ψεύτικες μποέμ μωρά δεν έχουν ιδέα τι μια μη βίαιη άμεση δράση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bohema " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bohema
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μποέμ

    środowisko artystyczne, którego członkowie głoszą pełną swobodę twórczą, nie uznając konwenansów i norm społecznych

    To jest dokładnie tak, jak w pierwszym akcie " Bohemy "!

    Είναι σαν την πρώτη πράξη της " Μποέμ ".

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bohema" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη