Μετάφραση του "bojkot" σε Ελληνικά

Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bojkot" σε Ελληνικά.

bojkot Noun noun masculine γραμματική

polit. ekon. zerwanie kontaktów (handlowych, ekonomicznych, stosunków dyplomatycznych, towarzyskich, zawodowych) w celu wywarcia nacisku;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποϊκοτάζ

    noun neuter

    zerwanie kontaktów (handlowych, ekonomicznych, stosunków dyplomatycznych, towarzyskich, zawodowych) w celu wywarcia nacisku;

    Ale z następującym w efekcie bojkotem, kasa wkrótce się skończy.

    Αλλά με το μποϊκοτάζ εν ισχύ, τα μετρητά θα εκλείψουν σύντομα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bojkot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bojkot
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μποϊκοτάζ

    Bojkoty, strajki głodowe, demonstracje to w albańskiej polityce normalne metody działania.

    Τα μποϊκοτάζ, οι απεργίες πείνας και οι διαδηλώσεις αποτελούν συνήθεις πρακτικές στην αλβανική πολιτική σκηνή.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bojkot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη