Μετάφραση του "bolesny" σε Ελληνικά

Οι οδυνηρός, αλγεινός, επώδυνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bolesny" σε Ελληνικά.

bolesny adjective masculine γραμματική

med. taki, który sprawia ból fizyczny [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδυνηρός

    adjective

    taki, który sprawia przykrość, żal, ból psychiczny [..]

    Rekonstrukcja twarzy jest długą, bolesną drogą, z ogromnymi wyzwaniami dla psychiki.

    Η αναδόμηση προσώπου είναι ένας μακρύς κι οδυνηρός δρόμος, γεμάτος ψυχολογικές προκλήσεις.

  • αλγεινός

    adjective

    taki, który sprawia przykrość, żal, ból psychiczny [..]

  • επώδυνος

    masculine

    taki, który sprawia przykrość, żal, ból psychiczny [..]

    W takich okolicznościach będzie to również bardzo bolesne rozporządzenie dla rybaków na łowiskach w tym regionie.

    Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κανονισμός θα είναι επίσης πολύ επώδυνος για τους αλιείς της περιοχής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θλιβερός
    • λυπητερός
    • βλαβερός
    • επίπονος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bolesny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bolesny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bolesny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη