Μετάφραση του "bomba" σε Ελληνικά

Οι βόμβα, αντλία, Βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bomba" σε Ελληνικά.

bomba noun feminine γραμματική

wojsk. ładunek wypełniony materiałem wybuchowym zrzucany z samolotu lub okrętu, zwykle z mechanicznym zapalnikiem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόμβα

    noun feminine

    wojsk. krym. terrorystyczny ładunek wybuchowy w publicznym miejscu [..]

    Jeśli bomba nie zabiłaby dawnego zarządcy, to teraz zrobiłaby to nuda.

    Aν δεν σκότωνε η βόμβα τoν παλιό Διoικητή, θα τo'κανε σiγoυρα η ανiα.

  • αντλία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bomba " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bomba Proper noun noun masculine γραμματική

sensacyjna wiadomość [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βόμβα

    Ale, Gibbs, nawet nie zobaczyłeś mojej sławnej Ognistej Bomby.

    Αλλά, Γκιμπς, δεν έχεις δει την περίφημη " Βόμβα Φωτιάς " μου.

Εικόνες με "bomba"

Φράσεις παρόμοιες με "bomba" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bomba" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη