Μετάφραση του "cel" σε Ελληνικά
Οι σκοπός, στόχος, επιδίωξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cel" σε Ελληνικά.
cel
noun
masculine
feminine
γραμματική
to, co chce się zniszczyć lub trafić za pomocą broni [..]
-
σκοπός
noun masculineto, co chce się zniszczyć lub trafić za pomocą broni [..]
Oni osiągnęli swój cel.
Αυτοί πέτυχαν τους σκοπούς τους.
-
στόχος
noun masculineZ jednej strony jego celem był podział terytoriów i klientów.
Αφενός, είχε ως στόχο την κατανομή των εδαφών και των πελατών.
-
επιδίωξη
noun feminineWytyczenie obu tych celów samo w sobie nie mogłoby być przedmiotem krytyki.
Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών δεν είναι επιλήψιμη αυτή καθεαυτή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αντικείμενο
- αντικειμενικός
- γκολ
- διάταξη
- προορισμός
- τέλος
- τιμή-στόχος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στόχος της παραγωγής
-
ποιοτικός στόχος για το περιβάλλον
-
κελί
-
επίτευξη
-
ποιοτικός στόχος
-
στόχοι των επιμέρους επιχειρηματικών κλάδων
-
μακροοικονομικός στόχος
-
ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη